facebook-domain-verification=r0ftag0r5rclkuwzg2609bmytxg2kf

Διερεύνηση Γυναικείας υπογονιμότητας

Pregnancy Test

Η υπογονιμότητα είναι ένα βαθιά προσωπικό και συχνά συναισθηματικά δύσκολο ταξίδι που αντιμετωπίζουν πολλά ζευγάρια. Το ποσοστό παγκοσμίως ανέρχεται στο 10-15% και έχει σημαντικές ψυχολογικές, οικονομικές και δημογραφικές επιπτώσεις.

Σε αυτό το άρθρο, θα διερευνήσουμε την έννοια της υπογονιμότητας και τον διαγνωστικό έλεγχο στον οποίο μπορούν να υποβληθούν τα ζευγάρια που προσπαθούν να συλλάβουν.

Πότε θεωρούμε ότι ένα ζευγάρι έχει υπογονιμότητα και σε τι οφείλεται?

Η υπογονιμότητα ορίζεται ως η αδυναμία σύλληψης μετά από 12 μήνες τακτικής, απροστάτευτης επαφής. Επηρεάζει εκατομμύρια ζευγάρια παγκοσμίως και μπορεί να είναι αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων που σχετίζονται με τον έναν είτε και τους δύο συντρόφους. Σε ένα μικρό ποσοστό δεν μπορεί να βρεθεί κάποιος αιτιολογικός παράγοντας που να εξηγεί τις δυσκολίες σύλληψης.

Οι σημαντικότερες αίτιες στη γυναίκα είναι οι διαταραχές στην ωορρηξία και οι βλάβες που αφορούν τις σάλπιγγες. Λιγότερο συχνά μπορεί να υπάρχουν δομικές ανωμαλίες στη μήτρα που εμποδίζουν την εμφύτευση, όπως υποβλεννογόνια ινομυώματα ή ανωμαλίες στην τραχηλική βλέννη που εμποδίζουν την διείσδυση του σπέρματος.

Στον άνδρα, ο μικρός αριθμός, η χαμηλή κινητικότητα και οι ανώμαλες μορφές των σπερματοζωαρίων είναι από τις πιο συχνές αιτίες υπογονιμότητας. Σπανιότερα, η στυτική δυσλειτουργία ή οι καταστάσεις που επηρεάζουν την εκσπερμάτιση, όπως η πρόωρη εκσπερμάτιση ή η παλίνδρομη εκσπερμάτιση, μπορεί να επηρεάσουν σε σημαντικό βαθμό τη γονιμότητα.

Πότε πρέπει να αρχίσει ένα ζευγάρι τον διαγνωστικό έλεγχο ?

Ο αρχικός διαγνωστικός έλεγχος εξαρτάται από την ηλικία της γυναίκας και την ύπαρξη παραγόντων κινδύνου στο ζευγάρι με βάση το ιατρικό ιστορικό. Σε ζευγάρια με ελεύθερο ιστορικό όπου η γυναίκα είναι κάτω των 35 ετών, η διερεύνηση αρχίζει όταν δεν υπάρχει σύλληψη μετά από 12 μήνες τακτικής, απροστάτευτης επαφής.

Είναι γνωστό ότι οι γυναίκες υπόκεινται σε σταδιακή μείωση της γονιμότητας, ιδιαίτερα μετά την ηλικία των 35 ετών. Για το λόγο αυτό σε γυναίκες μεταξύ 35 – 40 ετών ο έλεγχος αρχίζει μετά από 6 μήνες προσπαθειών σύλληψης και ακόμα νωρίτερα σε γυναίκες άνω των 40 ετών.

Σε περιπτώσεις που υπάρχουν γνωστοί επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως εκτεταμένα χειρουργεία στις ωοθήκες, βαριάς μορφής ενδομητρίωση, οικογενειακό ιστορικό πρώιμης ωοθηκικής ανεπάρκειας, στυτική δυσλειτουργία, τραυματισμοί στους όρχεις, ιστορικό υπογονιμότητας με άλλο ή άλλη σύντροφο, έκθεση σε χημειοθεραπευτικά φάρμακα ή ακτινοθεραπείες, τότε η διερεύνηση πρέπει να αρχίζει άμεσα χωρίς καθυστερήσεις.

Ultrasound Machine

Ποιος είναι ο έλεγχος που θα πρέπει να υποβληθεί το ζευγάρι ?

Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι ένα ζευγάρι μπορεί να έχει πολλαπλούς παράγοντες που συνεισφέρουν στην δυσκολία σύλληψης. Η διεξοδική διαγνωστική εξέταση και των δύο συντρόφων είναι απαραίτητη για τον εντοπισμό των υποκείμενων αιτιών και την ανάπτυξη ενός κατάλληλου σχεδίου θεραπείας.

Και οι δύο σύντροφοι θα πρέπει να παρέχουν ένα λεπτομερές ιατρικό ιστορικό, συμπεριλαμβανομένων προηγούμενων κυήσεων, σεξουαλικού ιστορικού, εμμηνορροϊκού ιστορικού και οποιωνδήποτε γνωστών ιατρικών καταστάσεων. Αυτές οι πληροφορίες βοηθούν στην αξιολόγηση πιθανών παραγόντων κινδύνου και στην καθοδήγηση των περαιτέρω εξετάσεων.

Ακολουθεί συνήθως κλινική εξέταση και στους δύο συντρόφους, που μπορεί να αποκαλύψει οποιαδήποτε ορατά σημάδια αναπαραγωγικών ή ορμονικών ανωμαλιών.

Για τις γυναίκες αυτό περιλαμβάνει μια πλήρη γυναικολογική εξέταση με κολπική εξέταση κατά την οποία μπορεί να ληφθούν δείγματα για τη διενέργεια εξετάσεων, όπως καλλιέργειες κολπικών υγρών.

Παράλληλα γίνεται αξιολόγηση της ωοθηκικής λειτουργίας και της ωορρηξίας με την παρακολούθηση των εμμηνορροϊκών κύκλων, ορμονικές εξετάσεις αίματος και υπερηχογραφική παρακολούθηση. Οι εξετάσεις αίματος περιλαμβάνουν συνήθως εξετάσεις για τη λειτουργία του θυρεοειδούς (TSH), την προλακτίνη (PRL) και τον έλεγχο των αποθεμάτων των ωοθηκών στις γυναίκες (FSH, LH, E2, AMH).

Σημαντικό βήμα αποτελεί η αξιολόγηση της βατότητας των σαλπίγγων και η τυχόν ύπαρξη παθολογίας στη μήτρα ή τις ωοθήκες που μπορεί να εμποδίσουν την εμφύτευση ή την εξέλιξη μιας εγκυμοσύνης. Ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει το γυναικολογικό υπερηχογράφημα και την κλασσική υστεροσαλπιγγογραφία ή εναλλακτικά την υπερηχογραφική σαλπιγγογραφία (HyCoSy: Hysterosalpingo-Contrast Sonography).

Για τους άνδρες βασική εξέταση είναι η ποσοτική και ποιοτική ανάλυση του σπέρματος, το γνωστό σπερμοδιάγραμμα. Με αυτόν τον τρόπο αξιολογείται ο αριθμός, η κινητικότητα και η μορφολογία των σπερματοζωαρίων ενώ ταυτόχρονα διερευνώνται και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα του σπέρματος. Μερικές φορές είναι απαραίτητος ο έλεγχος με υπερηχογράφημα όρχεων και ορμονολογικές εξετάσεις.

Περισσότερο επεμβατικός έλεγχος, όπως η υστεροσκόπηση και η λαπαροσκόπηση, ή πιο εξειδικευμένες εξετάσεις, όπως γενετικός έλεγχος του ζεύγους (καρυότυπος) και αξιολόγηση του ανοσοποιητικού συστήματος, δεν είναι πάντα απαραίτητες.

Συμπέρασμα

Η υπογονιμότητα είναι ένα σύνθετο ζήτημα που επηρεάζει πολλά ζευγάρια, αλλά δεν είναι ανυπέρβλητο. Η αναγνώριση, η διερεύνηση και η θεραπεία της υπογονιμότητας είναι αγχωτικά και μπορεί να συνυπάρχει κατάθλιψη, θυμός, άγχος και διαφωνίες μεταξύ του ζευγαριού. Το πρώτο βήμα είναι να αναγνωριστεί το πρόβλημα και να ζητηθεί βοήθεια από επαγγελματίες υγείας που μπορούν να σας καθοδηγήσουν. Μόλις εντοπιστούν οι υποκείμενες αιτίες, αναπτύσσεται ένα προσαρμοσμένο σχέδιο θεραπείας για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων προκλήσεων που αντιμετωπίζετε εσείς και ο σύντροφός σας. Η υπογονιμότητα είναι μια ιατρική κατάσταση και με τη σωστή υποστήριξη και φροντίδα, πολλά ζευγάρια μπορούν να την ξεπεράσουν με επιτυχία και να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους.

Δημήτριος Α. Μοστρούς, MD
Μαιευτήρας Γυναικολόγος

Περισσότερα