Στο ΘΕΑΡΙΣ προσφέρουμε ένα ευρύ φάσμα γυναικολογικών υπηρεσιών, με σκοπό την πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία των γυναικείων παθήσεων.
Το γυναικολογικό υπερηχογράφημα είναι μια εξέταση ανώδυνη και ασφαλής, με την οποία ελέγχουμε τη μήτρα, τις ωοθήκες και τις σάλπιγγες. Πρόκειται για μια εξαιρετικά χρήσιμη απεικονιστική μέθοδο, η οποία μας βοηθάει να εξετάσουμε την κατάσταση των έσω γεννητικών οργάνων, αλλά και να εντοπίσουμε πιθανά προβλήματα στη φυσιολογική μορφή και λειτουργία τους (ινομυώματα, κύστεις ωοθηκών, όγκους των έσω γεννητικών οργάνων, κ.ά.). Αποτελεί μέρος του τακτικού γυναικολογικού ελέγχου και θεωρείται ουσιαστική εξέταση για την υγεία της γυναίκας.
Η κολποσκόπηση είναι μια εξειδικευμένη διαγνωστική μέθοδος που μας βοηθάει να εξετάσουμε διεξοδικά κυρίως τον τράχηλο της μήτρας, αλλά και τον κόλπο και το αιδοίο. Αποτελεί μια ανώδυνη εξέταση, η οποία είναι εξαιρετικά σημαντική για την πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Πραγματοποιείται όταν υπάρχουν ενδείξεις, όπως μετά από ένα παθολογικό αποτέλεσμα στο τεστ ΠΑΠ. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης μπορεί να κριθεί απαραίτητη η λήψη βιοψίας, για την ιστολογική επιβεβαίωση της διάγνωσης και τη σωστότερη, μετέπειτα, αντιμετώπιση της δυσπλασίας του τραχήλου.
Ο οικογενειακός προγραμματισμός αφορά το δικαίωμα κάθε ατόμου ή ζευγαριού να αποφασίζει ελεύθερα για το αν ή το πότε θα αποκτήσει παιδιά, τον αριθμό τους και τη χρονική απόσταση ανάμεσα στις γεννήσεις τους. Στόχος του είναι να προστατέψει την υγεία της γυναίκας, αλλά και των παιδιών, και να βοηθήσει στη δημιουργία μιας ισορροπημένης οικογένειας, με καλύτερη ποιότητα ζωής για κάθε μέλος της. Περιλαμβάνει πολλούς τομείς, όπως είναι η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, οι μέθοδοι αντισύλληψης, η υπογονιμότητα, τα Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα, κλπ.
Υπογονιμότητα ονομάζεται η αδυναμία σύλληψης από ένα ζευγάρι, το οποίο έχει ελεύθερες σεξουαλικές επαφές για πάνω από έναν χρόνο. Μπορεί να οφείλεται, τόσο στον άνδρα, όσο και στη γυναίκα. Για τη γυναίκα, οι κυριότεροι παράγοντες υπογονιμότητας είναι η ηλικία, οι διαταραχές των σαλπίγγων και της μήτρας (ενδομητρίωση, ινομυώματα, πολύποδες), καθώς και οι διαταραχές ωοθυλακιορρηξίας. Για τον άνδρα, το πιο σημαντικό κριτήριο είναι η ποιότητα του σπέρματος. Η αρχική διερεύνηση των λόγων υπογονιμότητας σε ένα ζευγάρι έχει μεγάλη σημασία για τον τρόπο που θα αντιμετωπιστεί.
Η εξωσωματική γονιμοποίηση είναι η πιο συνηθισμένη μέθοδος ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Ακολουθείται όταν παρουσιάζονται προβλήματα γονιμότητας σε ένα ζευγάρι. Κατά τη διάρκεια της εξωσωματικής, η γονιμοποίηση ωαρίου και σπερματοζωαρίου γίνεται σε ειδικό εμβρυολογικό εργαστήριο. Στη συνέχεια, τα έμβρυα μεταφέρονται στη μήτρα της γυναίκας με τη βοήθεια ενός λεπτού καθετήρα, όπου εμφυτεύονται από μόνα τους στο ενδομήτριο, όπως γίνεται και με τη φυσιολογική σύλληψη. Με την εμφύτευση επιτυγχάνεται εγκυμοσύνη. Το ποσοστό επιτυχίας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως την ηλικία ή τα αίτια της υπογονιμότητας.
Ως καθ’ έξιν αποβολές ορίζεται η απώλεια δύο ή περισσότερων, κλινικά επιβεβαιωμένων κυήσεων ή διαφορετικά, η απώλεια τριών ή περισσότερων διαδοχικών κυήσεων. Πρόκειται για πρόβλημα που επηρεάζει ένα μικρό ποσοστό ζευγαριών που έχει, όμως, σημαντικό αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής τους. Οι επαναλαμβανόμενες αποβολές μπορεί να είναι αποτέλεσμα διάφορων παραγόντων (ηλικιακοί, ανοσολογικοί, γενετικοί, ανατομικοί, ενδοκρινικοί) και η αντιμετώπισή τους αφορά κάθε γυναίκα ξεχωριστά. Σε πολλές περιπτώσεις ενδείκνυται αλλαγή στον τρόπο ζωής, φαρμακευτική αγωγή, χειρουργικές επεμβάσεις ή θεραπεία γονιμότητας.
Εμμηνόπαυση είναι το επόμενο στάδιο της ζωής μιας γυναίκας, μετά την αναπαραγωγική ηλικία. Εμφανίζεται, κατά μέσο όρο, στα 51 έτη και ορίζεται ως η διακοπή της περιόδου για πάνω από δώδεκα συνεχόμενους μήνες, αφού αποκλειστούν άλλες παθολογικές ή φυσιολογικές αιτίες. Συμβαίνει σταδιακά, μέσα από ένα μεταβατικό στάδιο (περιεμμηνόπαυση ή αλλιώς κλιμακτήριος), κατά το οποίο οι ωοθήκες υπολειτουργούν και τα οιστρογόνα μειώνονται, με αποτέλεσμα την ορμονική ανισορροπία και τις διαταραχές της εμμήνου ρύσεως.
Η εμμηνόπαυση είναι ένα φυσιολογικό γεγονός με ποικίλα συμπτώματα. Σε πολλές γυναίκες εμφανίζονται αγγειοκινητικές διαταραχές, όπως νυχτερινή εφίδρωση και εξάψεις, που υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής. Συνήθως, παρατηρείται και ατροφία του ουρογεννητικού συστήματος, όπως ξηρότητα του κόλπου, η οποία μπορεί να προκαλέσει πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή. Η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης γίνεται ευκολότερη με την καθοδήγηση του γυναικολόγου σας.
Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της εμμηνόπαυσης είναι η καρδιαγγειακή νόσος και η μείωση της οστικής μάζας, με πιθανό αποτέλεσμα τη δημιουργία οστεοπόρωσης. Η οστεοπόρωση αυξάνει την πιθανότητα καταγμάτων, ειδικά στο ισχίο, τη σπονδυλική στήλη και τον καρπό. Η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση των καταστάσεων αυτών αποτελούν βασική προϋπόθεση για την υγεία μιας εμμηνοπαυσιακής γυναίκας.
Γυναικολογική Ογκολογία είναι ο κλάδος που ασχολείται με την αντιμετώπιση των γυναικολογικών καρκίνων (αιδοίου, κόλπου, μήτρας, ωοθηκών, σαλπίγγων, τραχήλου, μαστών). Για την αντιμετώπισή τους, ο γυναικολόγος συνεργάζεται στενά με την αντίστοιχη εξειδικευμένη ομάδα ιατρών (ογκολόγου, ακτινοθεραπευτή, χημειοθεραπευτή, παθολογοανατόμου, κυτταρολόγου κ.ά.), προκειμένου να εφαρμοστεί η κατάλληλη θεραπεία σε κάθε ασθενή.
Σκοπός της Γυναικολογικής Ογκολογίας είναι η ολοκληρωμένη φροντίδα των ασθενών με καρκίνο και η παροχή καλύτερης ποιότητας ζωής, σε κάθε ηλικία. Γι’ αυτό, μεγάλη σημασία θα πρέπει να δίνεται, όχι μόνο στη θεραπεία, αλλά και στην πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση της νόσου.
Ουρογυναικολογία είναι ο τομέας της γυναικολογίας που αντιμετωπίζει τις διαταραχές που συνδέονται με τα όργανα της πυέλου (ακράτεια ούρων, χαλάρωση του κόλπου, πρόπτωση της μήτρας κλπ). Μια διαταραχή αυτού του είδους, η οποία επηρεάζει αρνητικά την καθημερινότητα μιας γυναίκας, μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους, όπως οι πολλοί και δύσκολοι φυσιολογικοί τοκετοί, το αυξημένο σωματικό βάρος ή η εμμηνόπαυση. Με την κατάλληλη θεραπεία, κάθε γυναίκα μπορεί να βελτιώσει την υγεία της και να ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της.
Η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου αναφέρεται στη λοίμωξη των εσωτερικών γεννητικών οργάνων της γυναίκας. Συνήθως προκαλείται από σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις (γονόρροια, χλαμύδια) και επηρεάζει τη μήτρα, τις σάλπιγγες, τις ωοθήκες και τα παρακείμενα όργανα της πυέλου. Τα σημάδια μπορεί να είναι από ήπια, όπως ελαφρά ενόχληση χαμηλά στην κοιλιά και δύσοσμες κολπικές εκκρίσεις, μέχρι και πολύ σοβαρά, με έντονο πόνο στην πύελο και υψηλό πυρετό. Τις περισσότερες φορές, η πυελική φλεγμονή αντιμετωπίζεται με αντιβιοτικά χωρίς να χρειαστεί εισαγωγή στο νοσοκομείο. Όσο πιο γρήγορα θεραπευτεί, τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες να αποφευχθούν οι επιπλοκές της νόσου (υπογονιμότητα, χρόνιο πυελικό άλγος, σαλπιγγοωοθηκικό απόστημα).
Κολπίτιδα είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψουμε τη φλεγμονή του κόλπου. Εκδηλώνεται με αυξημένη έκκριση δύσοσμων κολπικών υγρών, έντονο κνησμό και πόνο, κυρίως κατά τη σεξουαλική επαφή (δυσπαρευνία). Αποτελεί ένα από τα πιο συχνά προβλήματα υγείας που μπορεί να αντιμετωπίσει μια γυναίκα και προκαλείται συνήθως όταν αναπτύσσονται παθογόνοι μικροοργανισμοί (μύκητες, τριχομονάδες, αιμόφιλος του κόλπου κ.α.) που διαταράσσουν τη φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου και την ισορροπία του pH. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να προκληθεί από μη λοιμώδη αίτια, όπως αλλεργία στο latex ή τραυματισμό. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που ευνοούν τις κολπίτιδες, όπως η ζέστη και η υγρασία, η λανθασμένη περιποίηση της ευαίσθητης περιοχής και τα πολύ εφαρμοστά παντελόνια.
Η τραχηλίτιδα είναι η φλεγμονή του τραχήλου της μήτρας. Αποτελεί μία πολύ συχνή πάθηση στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και τις περισσότερες φορές προκαλείται από σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ), όπως γονόρροια, χλαμύδια, τριχομονάδες και έρπητας των γεννητικών οργάνων. Μερικές φορές προκαλείται από μη λοιμώδη αίτια, όπως αλλεργία σε latex ή τραυματισμό. Τα συμπτώματα που παρουσιάζονται είναι συνήθως η ερυθρότητα, το αίσθημα κνησμού, τα αυξημένα κολπικά υγρά και η κακοσμία της ευαίσθητης περιοχής. Εάν έχετε τραχηλίτιδα που προκαλείται από σεξουαλικά μεταδιδόμενη λοίμωξη (ΣΜΝ), τόσο εσείς όσο και ο σύντροφός σας θα χρειαστείτε θεραπεία με αντιβιοτική αγωγή.
Η σεξουαλική απόλαυση είναι θέμα φυσιολογίας, συναισθημάτων, εμπειριών, τρόπου ζωής. Πολλοί λόγοι μπορεί να επηρεάσουν τη σεξουαλική επιθυμία και κατ’ επέκταση, την ψυχολογία και τη σχέση ενός ζευγαριού.
Τα σεξουαλικά προβλήματα στις γυναίκες μπορεί να παρουσιαστούν σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά συχνά συνδέονται με τις ορμονικές διαταραχές που εμφανίζονται στην εμμηνόπαυση, την εγκυμοσύνη ή αμέσως μετά τον τοκετό. Οι πιο συχνές μορφές περιλαμβάνουν τη μειωμένη σεξουαλική επιθυμία, τις διαταραχές στη σεξουαλική διέγερση, τις διαταραχές οργασμού, την επώδυνη σεξουαλική επαφή ή τη σεξουαλική αποστροφή. Αντιμετωπίζεται με διάφορους τρόπους και στοχεύει στη βελτίωση της ψυχολογίας, αλλά και της προσωπικής ζωής μιας γυναίκας.
Δυσπαρευνία είναι ο πόνος στα γεννητικά όργανα που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής. Συνηθισμένες αιτίες δυσπαρευνίας είναι η ενδομητρίωση, η ακούσια σύσπαση των μυών του κόλπου (κολεόσπασμος), η κολπίτιδα (φλεγμονή του κόλπου και του αιδοίου), αλλά και η έλλειψη επαρκούς λίπανσης του κόλπου, λόγω εμμηνόπαυσης ή μειωμένης σεξουαλικής διέγερσης. Μπορεί να αντιμετωπιστεί με φαρμακευτική αγωγή, ψυχολογική υποστήριξη ή σεξουαλική εκπαίδευση, ανάλογα με τα αίτια που την προκαλούν.
Η δυσμηνόρροια είναι ένα σύνολο συμπτωμάτων, με κυρίαρχο τον έντονο πόνο χαμηλά στην κοιλιά κατά τη διάρκεια της περιόδου. Αφορά πολλές γυναίκες κατά την αναπαραγωγική τους ηλικία και μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι τόσο σοβαρή, ώστε να περιορίσει τη γυναίκα στις καθημερινές της δραστηριότητες και να υποβαθμίσει την ποιότητα ζωής της. Προκαλείται συνήθως από τις έντονες συσπάσεις της μήτρας (πρωτοπαθής), ενώ μερικές φόρες οφείλεται σε παθολογικές καταστάσεις, όπως η ενδομητρίωση, τα ινομυώματα και η αδενομύωση (δευτεροπαθής).
Όταν δεν παρουσιάζεται κάποια πάθηση, οι κράμπες περιόδου τείνουν να μειώνονται καθώς περνούν τα χρόνια, ενώ συχνά, εξασθενούν μετά τον τοκετό. Η δυσμηνόρροια μπορεί να αντιμετωπιστεί με φαρμακευτική ή χειρουργική αγωγή, ανάλογα με την αιτία ή την ένταση των συμπτωμάτων.
Οι διαταραχές της περιόδου ή της εμμήνου ρύσεως επηρεάζουν την ψυχολογία και την ποιότητα ζωής πολλών γυναικών. Αφορούν την ακανόνιστη συχνότητα της περιόδου, τη μικρή ή μεγάλη διάρκειά της, την ένταση των συμπτωμάτων της και την ποσότητα του αίματος που αποβάλλεται. Πρόκειται για ένα κλινικό πρόβλημα που μπορεί να εμφανιστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ζωής μιας γυναίκας, από την εφηβεία μέχρι την εμμηνόπαυση. Μπορεί να αντιμετωπιστεί φαρμακευτικά, με παυσίπονα ή αντισυλληπτικά, για ρύθμιση του κύκλου, αλλά και ακολουθώντας κάποιες απλές συμβουλές πρόληψης.
Η ανώμαλη αιμορραγία της μήτρας αναφέρεται στην παθολογική ροή αίματος από τη μήτρα, όσον αφορά στην ποσότητα, τη διάρκεια και τη συχνότητα. Μπορεί να οφείλεται σε ορμονική ανισορροπία, σε ενδομήτρια παθολογία (αδενομύωση, πολύποδες, ινομυώματα, υπερπλασία ενδομητρίου, σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών) ή σπανίως, σε διαταραχές της πήξης του αίματος. Το είδος της θεραπείας εξαρτάται από τα αίτια που προκαλούν την αιμορραγία και από την ηλικία της γυναίκας. Κάποιες φορές, προτείνονται ορμονικές θεραπείες ή φαρμακευτική αγωγή, ενώ άλλες, κρίνεται απαραίτητη η χειρουργική αντιμετώπιση.
Η ενδομητρίωση είναι μια συχνά επώδυνη διαταραχή, κατά την οποία ιστός παρόμοιος με αυτόν του ενδομητρίου αναπτύσσεται εκτός της μήτρας, όπως στις ωοθήκες, τις σάλπιγγες ή άλλα όργανα. Συχνά συμπτώματα είναι ο πόνος χαμηλά στην κοιλιά, η δυσμηνόρροια, οι γαστρεντερικές διαταραχές και η δυσπαρευνία, τα οποία επηρεάζουν όλους τους τομείς της κοινωνικής, επαγγελματικής και προσωπικής ζωής μιας γυναίκας. Μπορεί επίσης να προκαλέσει και προβλήματα γονιμότητας. Αντιμετωπίζεται με αποτελεσματικές θεραπείες που περιλαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή ή χειρουργική επέμβαση.
Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών αναγνωρίζεται σήμερα ως μία από τις πιο συχνές ενδοκρινολογικές παθήσεις των γυναικών. Η αιτία του συνδρόμου δεν είναι απολύτως κατανοητή, αλλά γενετικοί παράγοντες μπορεί να παίζουν σημαντικό ρόλο. Πρόκειται για μια διαταραχή της λειτουργίας των ορμονών μιας γυναίκας και μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα και τη γενικότερη υγεία της. Συνήθως, μια γυναίκα με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών έχει ακανόνιστη συχνότητα και διάρκεια περιόδου, ενώ μπορεί να έχει και πλεονάζουσα ποσότητα ανδρογόνων. Η θεραπεία διαφέρει από γυναίκα σε γυναίκα, με κυρίαρχο σημείο την αλλαγή του τρόπου διαβίωσης, όπως η απώλεια βάρους, η υγιεινή διατροφή και η συστηματική άσκηση. Αντιμετωπίζεται συνήθως φαρμακευτικά με τη χορήγηση αντισυλληπτικών χαπιών, ενώ, αν χρειαστεί μπορεί να χορηγηθεί και ειδική φαρμακευτική αγωγή για τον έλεγχο του βάρους, την τριχοφυΐα και την ωορρηξία.